«... Εις τάς 5 τού μηνός ήλθαν τά έληνόπεδα...». Πληροφορίες για την απελευθέρωση της Συκιάς Χαλκιδικής (1912)


δρ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΡΓ. ΜΕΡΤZΙΜΕΚΗΣ Αρχαιολόγος


Μνήμη Βασιλείου Κώτσιου και Ξάρως Μελίσση


«..'Εκείνες τις ημέρες ό ήρωάς μας βρισκόταν στο Άγιον όρος. Κάποιο άπομεσήμερο πού σιγούρεψε καλά ό μπάτης έσήκωσε τό πανί γιά το χωριό (Συκιά).... Με μια τιμονιά έγέμισε τό πανί καί μπροστά στην πλώρη τον διέκρινε τό βαπόρι. ... Ξαφνίαστηκε. Άφησε τό τιμόνι κι εβαλε τά δυό  χέρια του πάνω από τά βλέφαρά του γιά νά κυτάξη καλύτερα.
Η γαλανόλευκη κυμάτιζε περήφανα στη πρύμνη του. Πράγματι ητανε Ελληνικό άντιτόρπιλλικό. ... υστέρα άπό ενα λεπτό τής ώρας, έβγαλε τό μαντήλι του και τό έσειε στον άέρα φωνάζοντας.
«Ζήτω, ζητώ, ώρα, ώρα καλή, στο καλό.»...
...Άκουσε Γιώργη λέγει στο ναυτόπουλο. Πάρε τον τρουβά. Βάλε μέσα και κανά δυο δυναμίτες άρματομένους και πάμε. Πρέπει νά μάθουν άπόψε στο χωριό πώς εγεινε λευτεριά ... Όταν εφτασαν κοντά στο χωριό και σέ απόσταση τέτοια πού ν’ άκούεται ό κρότος τού δυναμίτη, άναψε εναν.
Σέ λιγάκι μεταδόθηκε ή είδηση οτι ήρθε ο Καπεταν Κύρος κι’ έφερε τό Ελληνικό. Ε! τότε ό κόσμος όλος έτρεχε πρός τό σπίτι, τoυ σαν σέ κανένα προξενείο ,νά μάθη τά νέα. Μά κείνος δέν ελεγε τίποτα, μονάχα πώς επρεπε νά φωνάζουν ζήτω. ... Κι ’ όταν πιά ό κόσμος έπέμενε πολύ. Τότε τους είπε: - Κοιμάστε μωρέ. Όλος ό ελληνικός στόλος είναι στό λιμάνι. Κάτω είναι μέρα.
Ό κόσμος ησύχασε πιά. Τά καφενεία, άνοιξαν κι’ άρχισαν τά πιοτά γιά τή λευτεριά, τά τραγούδια οί χαρές, οί επευφημίες...».
Το απόσπασμα αυτό από χρονογράφημα του δάσκαλου Αγγέλου Καρά αποτυπώνει το κλίμα των ημερών της απελευθέρωσης του 1912. Ο Συκιώτης δάσκαλος καταγράφει και, σχολιάζει με εύθυμο τρόπο το σφυγμό των ημερών, αντλώντας πληροφορίες από τις περιγραφές και τις ιστορίες του ήρωα του , που δεν είναι άλλος από τον συμπατριώτη του καπετάνιο Αθανάσιο Κύρου. Αυτός έμελλε να είναι ο άνθρωπος που «έφερε», έστω και ανεπίσημα, το «ελληνικό» στη Συκιά στις 2 Νοεμβρίου 1912.
Με κωδωνοκρουσίες, επευφημίες και ζητωκραυγές υποδέχτηκαν το «ελληνικό» και τα άλλα χωριά της Χαλκιδικής, όπως επίσης και οι, Αγιορείτες.
Επίσημα η κατάληψη - απελευθέρωση της Χαλκιδικής πραγματοποιήθηκε από το 1ο  Ανεξάρτητο Τάγμα των Κρητών, διοικητής του οποίου ήταν ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης, εγγονός του Γέρου του Μοριά Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Πληροφορίες για την απελευθέρωση της Συκιάς και γενικότερα της Χαλκιδικής, αντλούμε από το ημερολόγιο του ανθυπολοχαγού τότε Ιωάννη Αλεξάκη, το οποίο παρέχει πολύτιμα στοιχεία για την κίνηση του Ελληνικού στρατού στη Χαλκιδική το Νοέμβριο του 1912. Οι πληροφορίες αυτές μας βοηθούν να προσεγγίσουμε τα γεγονότα των ημερών και τα πρόσωπα που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την απελευθέρωση των χωριών της Χαλκιδικής.
Σύμφωνα με το προαναφερθέν ημερολόγιο, το πρωί της 31 Οκτωβρίου το Τάγμα των Κρητών αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη για τη Χαλκιδική και το απόγευμα έφθασε στο χωριό Βασιλικά, όπου διανυκτέρευσε. Την 1 Νοεμβρίου τo Τάγμα συνέχισε την πορεία του προς τη Χαλκιδική, αφού προηγουμένως ο Διοικητής του έστειλε σχετική αναφορά στην VII Μεραρχία και το μεσημέρι έφθασε στη Γαλάτιστα. Το Τάγμα αποτελείτο από τέσσερις λόχους και Μεταγωγικά (ζώα φορτίου). Την επομένη, 2 Νοεμβρίου, το Τάγμα αναχώρησε για τον Πολύγυρο όπου έφθασε το απόγευμα.
Δύο είναι οι σημειώσεις στο ημερολόγιο του Αλεξάκη που αφορούν την αποστολή στρατιωτών στη Συκιά. Συγκεκριμένα, η πρώτη αναφέρει ότι στις 2 Νοεμβρίου, μία Διμοιρία του 1ου Λόχου του Τάγματος Κρητών, λαμβάνει εντολή να κατευθυνθεί από τη Γαλάτιστα προς την Ορμύλια και τη Συκιά και επικεφαλής της τίθεται ο ανθυπολοχαγός Εμμανουήλ Τζανακάκης.
Η δεύτερη σημείωση στο ίδιο ημερολόγιο μας πληροφορεί ότι στις 15 Νοεμβρίου, ο Λόχος του Αλεξάκη που έδρευε στον Πολύγυρο, στέλνει την 4η Διμοιρία αποτελούμενη από 37 άνδρες, επικεφαλής των οποίων ήταν ο ανθυπολοχαγός Τζανακάκης να κινηθεί προς τα χωριά της Σιθωνίας Άγιο Νικόλαο και Συκιά, με σκοπό να εγκατασταθεί εκεί.
. Την κίνηση του ελληνικού στρατού επιβεβαιώνουν κατά κάποιο τρόπο και δύο επιστολές των μετοχιάριων μοναχών της αγιορειτικής μονής Αγιου Παύλου, οι οποίες αν και λακωνικές, μας παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους.
Την πρώτη από τις δύο επιστολές υπογράφει ο μοναχός Λάζαρος Αγιοπαυλίτης από το μετόχι της μονής στη Σάρτη, φέρει ημερομηνία 13 Νοεμβρίου 1912 και απευθύνεται στον ηγούμενο της μονής. Αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι στις 7 Νοεμβρίου Ελληνικός στρατός επικεφαλής του οποίου ήταν ένας λοχίας πήγε στη Συκιά. Στη συνέχεια σημειώνει ότι ο κύριος Παπαδοπουλος και ο ιατρός Τσιφούτης διορίστηκαν μέλη επιτροπής του χωριού. Μετά την πληροφορία αυτή ο ίδιος μοναχός συνεχίζει, την ενημέρωση του ηγουμένου παρέχοντας του πληροφορίες σχετικά με τη φορολόγηση του μετοχιού.
Την δεύτερη επιστολή αποστέλλει στη μονή ο Αγιοπαυλίτης μοναχός Αβράμιος από το μετόχι της μονής στο Κριαρίτσι της Συκιάς. Η επιστολή απευθύνεται στον ηγούμενο, φέρει ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 1912 και αναφέρει ότι στις 5 Νοεμβρίου πήγαν στη Συκιά δέκα Ελληνόπαιδα επικεφαλής των οποίων ήταν ένας λοχίας και πέντε ήμερες αργότερα, στις 10 Νοεμβρίου, έφθασαν δύο αξιωματικοί με σκοπό να τακτοποιήσουν την κατάσταση στο χωριό. Αυτοί όρισαν τον Αθανάσιο Χονδρογιάννη δήμαρχο, τον Πέτρο Πολυγερινό τελώνη και τον Ιατρό αστυνόμο. Στη συνέχεια της επιστολής του ο Αβράμιος πληροφορεί τη μονή για τα γεγονότα του Μοναστηριού και της Φλώρινας. Σημειώνουμε ότι οι πληροφορίες για την είσοδο του Ελληνικού στρατού στη Συκιά αποτελούν υστερόγραφο επιστολής, η οποία κατά κύριο λόγο αναφέρεται. στη διαχείριση και τα προβλήματα του μετοχιού.
    Όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία εισόδου του Ελληνικού στρατού στη Συκιά, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν κάποιες ασάφειες και διαφοροποιήσεις στις εκτιμήσεις των δύο μοναχών, οι οποίες οφείλονται αφενός στην απόσταση των δύο μετοχίων από το χωριό, αφετέρου στην έμμεση πληροφόρηση που προφανώς είχαν από κατοίκους της που εργάζονταν στα μετόχια ή από τους επιτρόπους τους, με τους οποίους συνεργάζονταν για τη λύση των μετοχιακών υποθέσεων.
Από τη μελέτη των προαναφερθέντων πηγών συμπεραίνουμε τα εξής:
α) Στις 2 Νοεμβρίου, οι Συκιώτες ενημερώνονται, για την απελευθέρωση του Αγίου Όρους και της Χαλκιδικής από τον συμπατριώτη τους καπετάνιο Αθανάσιο Κύρου, ο οποίος βρισκόταν με το καΐκι του ανοιχτά του κόλπου της Συκιάς και παρατήρησε αυξημένη κίνηση πολεμικών πλοίων με ελληνική σημαία.
β) Μεταξύ 2ας και 5ης Νοεμβρίου, η 4η Διμοιρία του 1ου Λόχου του Τάγματος των Κρητών, επικεφαλής της οπαίας ήταν ένας λοχίας φθάνει στη Συκιά και άμεσα ορίστηκε διμελής μεταβατική επιτροπή αποτελούμενη από τον Παπαδόπουλο και τον Ιατρό.
γ) Μεταξύ 10ης και 15ης Νοεμβρίου φθάνουν στη Συκιά δύο αξιωματικοί, επικεφαλής των οποίων ήταν ο ανθυπολοχαγος Εμμανουήλ Τζανακάκης και διορίζουν δήμαρχο τον Αθανάσιο Χονδρογιάννη, τελώνη τον Πέτρο Πολυγερηνό και αστυνόμο τον Δημήτριο Ιατρό.
Η απελευθέρωση της Συκιάς, όπως άλλωστε και των άλλων χωριών της Σιθωνίας αποτελούσε τυπική διαδικασία, αφενός διότι οι Τούρκοι κάτοικοι της περιοχής περιορίζονταν μόνο στο μικρό αριθμό των κρατικών υπαλλήλων, αφετέρου διότι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν ήδη εγκαταλείψει την περιοχή τις προηγούμενες ημέρες λόγω της έλευσης των προσκόπων. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αλεξάκης στο ημερολόγιό του «...Εις την Χαλκιδικήν είχον έλθει οί πρόσκοποι. Και θά αναφέρω ενταύθα τό ύπ αυτών συντελεσθέν έργον. Ό πληθυσμός, ανέκαθεν ελληνικός, έφλέγετο ύπό τού πόθου, νά έλευθερωθή... Ηδη άνέμενεν έλληνικόν στρατόν πρός άπελευθέρωσιν του. Και τού στρατού προηγήθησαν ώς εμπροσθοφυλακή οί πρόσκοποι, οί οποίοι την προκατέλαβον, προ τής άφίξεως έκεί τού Τάγματός μας...».
Οι ζυμώσεις για την απελευθέρωση είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τα πρώτα έτη του 20ου αιώνα, είχαν εντατικοποιηθεί οι κινήσεις ένοπλων ομάδων, κοσμικών και μοναχών, στην ευρύτερη περιοχή της Συκιάς, φαινόμενο συχνό, αλλά ταυτόχρονα και γνωστό στις τουρκικές αρχές.
Πολύτιμα στοιχεία και για τα γεγονότα αυτά αποτελούν οι πληροφορίες που ανιχνεύουμε στις επιστολές των μετοχιάριων μοναχών προς τις μονές τους.
Σε επιστολή του προς τον ηγούμενο της μονής Διονυσίου με ημερομηνία 31 Μα'ΐου 1904, ο Αβράμιος Διονυσιάτης οικονόμος στο μετόχι του χειμαδιού, αναφέρει από Συκιά ότι «...Κίνηση άρματωμένων στην περιοχή έφεραν 25 στρατιώτες στο χωριό...».
Ο Ιερόθεος Αγιοπαυλίτης σε επιστολή του (13.11.1907) από το μετόχι της Σάρτης, σημειώνει ότι ο Ευλόγιος (ένας από τους μοναχούς του μετοχιού), «...έπανήλθεν εις Συκιάν, περιφερόμενος έκτοτε μετά τίνος νέου μοναχού Κελλιώτου, από Μετοχιού εις Μετόχιον δι’ υψηλούς, ώς διαδίδει, εθνικούς σκοπούς.».
Σε άλλη επιστολή (10.8.1908) που απευθύνεται στον ηγούμενο της Αγίου Παύλου, ο οικονόμος του Κριαριτσίου, ιερομόναχος Ιωσήφ Αγιοπαυλίτης, αναφέρει «Γνωστοποιώ τήν ϋμετέραν ίεράν καί σεβαστήν ήμών Μονήν ότι εδώ εφέτος οί χωρικοί ένεθάρισαν.. .πρό ημερών ένεθάρισαν ετι περισότερον μέ τό σύνταγμα τής τουρκίας και δεν φοβούντε ουδέ κυβέρνησιν ουδέ τούρκους...».
Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιστολή του μοναχού Αγαθάγγελου Αγιοπαυλίτη προς την μονή του (20.4.1910), όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι κάποιος τον πρόδωσε στην Κυβέρνηση με την κατηγορία ότι κρύπτει αντάρτες στο μετόχι της Σάρτης. Ο ίδιος μοναχός σε άλλη επιστολή του με ημερομηνία 13.12.1910 αναφέρει κίνηση κλεπτών στην περιοχή της Συκιάς και εντολή των τουρκικών αρχών για συλλογή των όπλων από όλα τα μετόχια της περιοχής.
Κάπως έτσι οδηγήθηκαν τα πράγματα ομαλά προς την απελευθέρωση και τον «ερχομό του ελληνικού» της 2ας Νο­εμβρίου 1912, ως φυσικό επακόλουθο της προαναφερθείσας κατάστασης.
Μετά την απελευθέρωσή τους, οι Συκιώτες δεν επαναπαύονται, και ως ανήσυχα πνεύματα και «άξιοι Μακεδονες » , άμεσα σπεύδουν να βοηθήσουν τις συνεχιζόμενες πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού, προσφέροντας ως κοινότητα, χρηματική βοήθεια ύψους 120 λιρών Τουρκίας για τις ανάγκες του πολέμου Άλλωστε ήταν πάντα παρόντες σε κάθε κάλεσμα της πατρίδας και είχαν έντονη εθνική δράση σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες.

 

Η Συκιά, το παλαιότερο και μοναδικό ντόπιο χωριό της χερσονήσου. 

Η Συκιά Χαλκιδικής , ένα από τα παλιότερα χωριά της Χαλκιδικής

Σε αγιορείτικα έγγραφα του 14ου αι. αναφέρεται με το όνομά Λογγός.  Πότε μετονομάστηκε Συκιά, δεν είναι γνωστό. Το πιθανότερο είναι να έγινε η αλλαγή του ονόματος ήδη από το 14ο αι., επειδή σε έγγραφα της εποχής αυτής αναφέρεται ότι έξω από το χωριό υπήρχε μια μεγάλη και χαρακτηριστική συκιά. Ωστόσο, οι γέροντες του χωριού λένε πως το όνομα Συκιά προέρχεται από την παραφθορά της λέξης "σκιά", από τη σκιά που ρίχνει το όρος Άθως (Άγιον Όρος) πάνω στο χωριό.

Στα βυζαντινά χρόνια η περιοχή της Συκιάς ανήκε σε μοναστήρια του Αγ. Όρους και κυρίως στη μονή της Μεγίστης Λαύρας. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας οι Συκιώτες είχαν πολλές σχέσεις με το Άγιο Όρος. Οι περισσότεροι και σπουδαιότεροι σερδάρηδες του Αγ. Όρους (δηλαδή τα μέλη της εσωτερικής χωροφυλακής του) ήταν από τη Συκιά. Το ελεύθερο και ανυπότακτο πνεύμα τους αξάλλου, ήταν η αιτία να έχουν μια ροπή προς τις πολεμικές ασχολίες. Το 1821 ήταν από τους βασικούς συντελεστές της επανάστασης στη Χαλκιδική. Ο κύριος μαχητικός πυρήνας του σώματος που κινήθηκε προς τη Θεσαλλονίκη με τον καπετάν Χάψα, ήταν από τη Συκιά. Γι'αυτό και ο τόπος κοντά στα Βασιλικά όπου έγινε η μάχη και διαλύθηκε το σώμα, λέγεται ακόμη και σήμερα "τα Συκιωτάκια".

Το χωριό, μετά την καταστολή της επανάστασης, εγκαταλείφτηκε και οι Τούρκοι το έκαψαν. Οι Συκιώτες εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Σκόπελο και στην Αταλάντη και επάνδρωσαν πολεμικά σώματα της νότιας Ελλάδας. Πολλοί από αυτούς παράμειναν επαγγελματίες στρατιωτικοί και απογονοί τους υπηρετούν ακόμη σήμερα στο στρατό.

Το 1854, ο Τσάμης Καρατάσιος άρχισε την επανάσταση της Χαλκιδικής από τη Συκιά, όπου πολιόρκησε, μαζί με τους Συκιώτες, τους Τούρκους στην εκκλησία του χωριού. Επειδή οι Τούρκοι αρνιούνταν να παραδοθούν, πυρπόλησε την εκκλησία και έτσι εξοντώθηκαν οι έγκλειστοι. Στο μακεδονικό αγώνα οι Συκιώτες πρωτοστάτησαν και οργάνωσαν ισχυρές μαχητικές μονάδες.

Οι Συκιώτες διαφέρουν από τους άλλους Χαλκιδικιώτες στη διάλεκτο και τον τόνο της φωνής, την έντονη συναισθηματικότητά τους και τον ιδιόρρυθμο τρόπο που χορεύουν το συρτό. Εξακολουθούν να εργάζονται στο Άγιο Όρος και στον εμπορικό στόλο.

Το πλατώ της κορυφής του υψώματος Κούκος, το οποίο βρίσκεται στα δυτικά της Συκιάς περιβάλλεται από κάστρο και πιθανολογείται ότι εκεί υπήρχε ένας σημαντικός προϊστορικός οικισμός.

 

Πηγή:www.macedoniahellenicland.eu/content/view/2143/65

ΜΙΚΡΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΚΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΟΥ 14ου - 16ου ΑΙ

old village of Sykia Halkidiki

δρ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΡΓ. ΜΕΡΤZΙΜΕΚΗΣ Αρχαιολόγος


Η πρώτη ασφαλής αναφορά στο Λογγό, χωρίς να διευκρινίζεται, εάν πρόκειται για τη χερσόνησο ή το χωριό, γίνεται το 1298 σε χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282-1328), το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο της μονής Μεγίστης Λαύρας. Το έγγραφο, μεταξύ των άλλων, μας πληροφορεί ότι η μονή κατέχει «.. .εις τον Λογγόν μετόχια δύο...». Δύο χρόνια αργότερα, το 1300, σε άλλο έγγραφο από το αρχείο της ίδιας μονής, αναφέρεται για πρώτη φορά ότι η μονή Μεγίστης Λαύρας κατέχει «Εις το χωρίον τον Λογγόν ετέρα γη εν διαφόροις τμήμασι...». Η αναφορά αυτή αποτελεί την παλαιότερη γνωστή πηγή, η οποία δηλώνει την ύπαρξη του χωριού Λογγός (σημ. Συκιά).

Η δυναστεία των Παλαιολόγων, με την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης το 1261 και την αποκατάσταση της Αυτοκρατορίας, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα αγιορει-τικά ζητήματα. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτελεί και η παραχώρηση κτημάτων στην περιοχή του χωριού Λογγός από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο προς την μονή Μεγίστης Λαύρας. Συγκεκριμένα, από έγγραφο που φυλάσσεται στην ίδια μονή και χρονολογείται από το 1304 αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες για τον λόγο, αλλά και τον τρόπο που απέκτησε η Μεγίστη Λαύρα τις μετοχιακές της κτήσεις στο Λογγό. Μετά από αίτηση του λαυριώτη μοναχού Μύρωνα προς τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο για παραχώρηση καλλιεργούμενων εκτάσεων και βοσκότοπων, διότι η κτηνοτροφία εντός του Αγίου Όρους φαίνεται ότι ήταν ασύμφορη, αλλά και «.εκτός της τάξεως του τυπικού.», αποφασίζεται η παραχώρηση των εκτάσεων αυτών να γίνει στην κτηματική περιφέρειατου χωριού Λογγός και να αγοραστούν έναντι του ποσού των διακοσίων εξήντα υπέρπυρων.

Τρία από τα πολλά μετόχια, που παραχωρήθηκαν στη Μεγίστη Λαύρα στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Λογγός, ήταν του οσίου Αθανασίου, του αγίου Νικολάου και των αγίων Αναργύρων. Αποτελεί απλή σύμπτωση άραγε ότι ο ενοριακός ναός της Συκιάς είναι τρισυπόστατος και είναι αφιερωμένος στον άγιο Αθανάσιο, στον άγιο Νικόλαο και στους αγίους Αναργύρους; Μάλλον θα πρέπει να ερευνηθεί η υπόθεση, ο ενοριακός ναός του χωριού κατά την ίδρυσή του να ήταν αφιερωμένος στον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Μετά την πυρπόληση και την καταστροφή του χωριού το 1821 από τους Τούρκους, που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψή του, μάλλον ξεχάστηκε η αρχική αφιέρωση προς τον Αθωνίτη άγιο και ο νέος ανακαινισμένος ναός, το 1839 (περίπου), αφιερώθηκε στον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, στον οποίο τιμάται μέχρι σήμερα.

Από το πλούσιο αρχείο της μονής Μεγίστης Λαύρας αντλούμε και την επόμενη πληροφορία, η οποία μας ενημερώνει ότι το χωριό Λογγός διοικητικά ανήκε στο κατεπα-νίκιο του Άκρους. Συγκεκριμένα σε έγγραφο του 1321 ανα-φέρεται ότι η μονή κατέχει μετόχια «.Εν τω κατεπανικίω Άκρους εις το χωρίον τον Λογγόν.». Την ίδια περίοδο στην περιοχή του χωριού Λογγός κτήματα κατέχουν και δύο ακόμη αθωνικές μονές, η Δοχειαρίου και η Ξενοφώντος.

Η οργάνωση των αγιορειτικών μετοχίων απαιτούσε την προσέλκυση καλλιεργητών, από τους οποίους φαίνεται ότι ιδρύθηκαν νέες οικιστικές μονάδες, οι οποίες στην πορεία εξελίχτηκαν σε χωριά και ενισχύθηκαν πληθυσμι-ακά τα υφιστάμενα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νέων κατοίκων είναι οι λεγόμενοι πάροικοι, οι οποίοι παραχω-ρήθηκαν σε μονές του Αγίου Όρους για τα κτήματά τους εκτός Αγίου Όρους. Επρόκειτο για εξαρτημένους καλλιεργητές και κτηνοτρόφους, των οποίων η προέλευση μας είναι άγνωστη. Στο πλαίσιο αυτό το 1321 καταγράφονται στο χωριό Λογγός 33 οικογένειες παροίκων που ανήκαν στην μονή Μεγίστης Λαύρας.

Δυστυχώς, οι πηγές από τις οποίες εκμαιεύουμε τις λιγοστές αναφορές για το χωριό Λογγός είναι ολιγάριθμες και περιορίζονται στα βυζαντινά έγγραφα, τα οποία περιγράφουν τα περιουσιακά στοιχεία των αγιορειτών στην περιοχή. Η επόμενη πληροφορία προέρχεται από έγγραφο του 1341, στο οποίο αναφέρεται ότι η μονή Δοχειαρίου είχε «.. .Μετόχιον εις τον λεγόμενον Λογγόν, εις όνομα τιμώμενον των αγίων Αποστόλων, έτερον εις όνομα τιμώμενον της υπεραγίας Θεοτόκου και του αγίου Νικολάου.». Το ίδιο έγγραφο μας ενημερώνει ότι το μετόχι «.περικόπτει τον εκείσε βασιλικόν δρόμον, τον από του Λογγού απερχόμενον εις του Σάρτη...». Αυτή είναι η τελευταία γνωστή έμμεση αναφορά του χωριού Λογγός. Ακολουθεί σιωπή των πηγών για δύο και πλέον αιώνες. Δεν γνωρίζουμε εάν και κάτω από ποιες συνθήκες εγκαταλείπεται το χωριό Λογγός. Οι πηγές συνεχίζουν να τον αναφέρουν, αλλά, όταν χρησιμοποιείται το όνομα, εννοείται η χερσόνησος ή αναφέρεται ως χειμαδιό και τόπος («.περί τινός τόπου εις τον Λογκόν...», «... υπέπεσον εν φιλονικία δια τινα τόπον εν τω Λογγώ...», «.νομήν περί τα μέρη του Λογγού...», «.και χειμαδείον περί του Λογγού.»). Το ζήτημα που εύλογα προκύπτει είναι, εάν η έλλειψη μνείας του χωριού Λογγός στα επίσημα έγγραφα σηματοδοτεί την εγκατάλειψη και ερήμωσή του. Δεν γνωρίζουμε, εάν οι γνωστές από τις πηγές πειρατικές επιδρομές των Τούρκων στην περιοχή (1344-1345) και η χολέρα που έπληξε την Βαλκανική (1348-1352), ή κάποια άλλη αιτία ωθεί τους κατοίκους του χωριού σε μερική ή ολική φυγή ή την διασπορά τους στα μετοχιακά συγκροτήματα και οικισμούς της περιοχής. Στο τελευταίο συνηγορεί και η προφορική παράδοση του χωριού, η οποία αναφέρει ότι η Συκιά δημιουργήθηκε από την συνένωση των οικισμών: Επισκοπής, Αρβανίτη, Λημνιούς, Παλαιόχωρας και Παντε-λεήμονα. Προς το παρόν μένουμε στις υποθέσεις, διότι οι πηγές δεν μας βοηθούν να δώσουμε σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.

Το χρονικό διάστημα από τον 15ο έως το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, όταν οι πηγές σταματούν την αναφορά τους στο χωριό Λογγός, συνεχίζουν να μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τα μικρά ή μεγάλα μετόχια που κατέχουν οι αθωνικές μονές Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορος, Ζωγράφου, Δοχειαρίου, Καρακάλλου, Αγίου Παύλου, Ξενοφώ-ντος, Σίμωνος Πέτρας, Αγίου Παντελεήμονος και Εσφιγμένου στην περιοχή. Την περίοδο αυτή λαμβάνει χώρα και η μετονομασία του χωριού από Λογγός σε Συκιά.

Η παλαιότερη αναφορά του ονόματος Συκιά γίνεται το 1521, όταν για πρώτη φορά συναντάμε στις πηγές το Engir Limany (=Συκιάς λιμάνι). Από οθωμανικό κατάστιχο του 1568 πληροφορούμαστε ότι οι μονές Διονυσίου, Δοχειαρίου και Ξενοφώντος κατείχαν «χειμαδιό βοοειδών και βουβαλιών στην τοποθεσία Λιμάνι Συκιάς». Παρόλα αυτά το πρώτο επίσημο έγγραφο, το οποίο μας πληροφορεί για την ύπαρξη της Συκιάς ως χωριού, είναι ο βακουφναμές της αγιορειτικής μονής του Αγίου Παντελεήμονος, από το 1569. Συγκεκριμένα το έγγραφο αναφέρει ότι μεταξύ των κτημάτων - μετοχίων της μονής υπάρχει και «Το εν τη θέσει Λογ-γός τσιφλίκιον το γειτνιάζον εις το χωρίον Συκιά .».

Μία ιεροδικαστική απόφαση από τον Ιούλιο του 1583, που αφορά διαφορά των Συκιωτών, παπα - Νικόλα και του αδελφού του Αντώνη με τον Γιώργη του Στασινού για ένα νερόμυλο στο ρέμα του Πλατανιτσίου, είναι το πρώτο γνωστό επίσημο έγγραφο με ονόματα κατοίκων της Συκιάς. Στην ίδια απόφαση ως μάρτυρες υπογράφουν ο εμίνης (τουρκ. emin = επιστάτης) της Συκιάς, Κώστας Καλά, ο οποίος είναι ο πρώτος γνωστός τοπικός άρχοντας (;) του χωριού, καθώς επίσης και ο παπα -Γιώργης, ο οποίος με τον ενάγοντα παπα - Νικόλα αποτελούν τους πρώτους γνωστούς ιερείς της Συκιάς.

Κατά τους επόμενους αιώνες (17ο - 19ο), μετά την εγκατάλειψη της Τορώνης (δεύτερο μισό του 17ου αι.) και του Σάρτη (αρχές του 18ου αιώνα), η Συκιά ενσωματώνει την κτηματική τους περιφέρεια και γίνεται η μοναδική οργανωμένη κοινότητα στο νότιο τμήμα της χερσονήσου με μία από τις μεγαλύτερες κτηματικές περιφέρειες στη Χαλκιδική. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο και ξεκινά μια ανοδική πορεία, που την καθιστά το κεφαλοχώρι της περιοχής.


Αξιοθέατα  και αρχαιολογικοί χώροι στην Συκιά.

 αγιος αθανάσιος συκια χαλκιδικη

Η Συκιά ως ένα από τα παλιότερα και μακροβιότερα χωριά της Χαλκιδικής έχει να επιδείξει πολλά μνημεία και ιστορικούς χώρους που μαρτυρούν την μεγάλη της ιστορία  και πορεία από τους προιστορικούς χρόνους εώς της σημερινές μέρες.

Αξίζει να επισκευθείτε :

•    Ο ναός του Αγίου Αθανασίου.

•    Το παλιό σχολείο.

•    Τα ερείπια βυζαντινού ναού στη θέση Επισκοπή.

•    Οι ανεμόμυλοι στην παραλία.

•    Το προϊστορικό κάστρο στο ύψωμα Κούκος.

Μια βόλτα στα σοκάκια της Συκιάς

 

Η Συκιά είναι ένα από τα παλιότερα και ομορφότερα χωριά της Χαλκιδικής.

traditional color and architecture of sithonia

Από όλα τα χωριά της χερσονήσου ειναι αυτό που κράτησε το παραδοσιακό του χρώμα και την αρχιτεκτονική του.

Τα σοκάκια του είναι αυτά που σε μεταφέρουν στον χρόνο και σε μια άλλη εποχή όπου η παράδοση διατηρεί τα ζωντανά της χρώματα και οι δρόμοι είναι πλυμηρισμένοι με αρώματικά λουλουδια και μια μοναδική αίσθηση που θα θυμόσαστε για πάντα.

Ας κάνουμε λοιπόν μια βόλτα μέσα στο χωριό και ας συναντήσουμε την παραδοσή μας σε κάθε γωνιά που θα στρίβουμε...

 traditional house in sikia halkidiki

Μέσα από το χωριό η όψη του Κούκου δεσπόζει επιβλητικά όμορφη για να μας θυμίζει πως η ιστορία μας κρατά από τους προιστορικούς χρόνους όπου στο σημείο αυτί υπήρχε ο πρώτος οικισμός.

prohistorical sattlement of koukos in Sykia

 

Περνώντας κάτω από το δημοτικό σχολείο στον κεντρικό λόφο του χωριού , ανεβαίνοντας τον δρόμο της εκκλησίας, στεκόμαστε και θαυμάζουμε τα διπλά τειχία που στηρίζουν το λόφο όλο.

Πόσες φορές δεν παίξαμε κυνηγητό όταν είμασταν πιτσιρίκια σε αυτά τα μέρη...

 

 old stone school in Sikia Halkidiki

 Περνώντας δίπλα από τα σπίτια , τα λουλούδια  σε ξαφνιάζουν με το όμορφο τους άρωμα και η μαγεία καλά κρατεί...

Χανόμαστε στον χρόνο και βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθειά στο παρελθόν σε καθε στροφή που περνάμε , ένα ταξίδι πραγματικά στον χρόνο...